Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

Πολύ όμορφο βιβλίο Κάπου εκεί ανήκω-Τα ποιήματα είναι μέρος του βιβλίου Κινέζοι Αναχωρητές Ποιητές

http://searchofpoetry.blogspot.nl/2013/06/blog-post_9.html
Πολύ όμορφο βιβλίο Κάπου εκεί ανήκω



Του Φου


Ο Του Φου (Du Fu, 712–770) ήταν διακεκριμένος Κινέζος ποιητής της Δυναστείας των Τανγκ. Μαζί με τον σύγχρονό του Λι Μπάι (Λι Πο), αναφέρεται ως ο μεγαλύτερος Κινέζος ποιητής. Σε αντίθεση με τον Λι Μπάι, τα ποιήματά του είχαν συχνά το χαρακτήρα πολιτικής διαμαρτυρίας. Περιέγραψε την κοινωνική αδικία, την πείνα και το χάος από τη σκοπιά του απλού ανθρώπου, ενώ τοποθετούσε την υπόθεση μερικούς αιώνες πριν. Σήμερα έχουν διατηρηθεί πάνω από 1.400 έργα του. Τα καλύτερά του βρίσκονται στην ανθολογία Τριακόσια ποιήματα Τανγκ, που συντάχθηκε από τον Σου Ζου το 1763-1764.
Γεννήθηκε στην επαρχία Χενάν κοντά στο Λουόγιάνγκ, αλλά η ακριβής τοποθεσία είναι άγνωστη. Απέτυχε στις πρώτες του προσπάθειες στις εξετάσεις για δημόσιος υπάλληλος. Μετά όμως πέτυχε σε μια ειδική εξέταση και κατέλαβε μερικές ανώτερες θέσεις στην Αυλή υπό τον Αυτοκράτορα Σουτζόνγκ. Αργότερα υποβαθμίστηκε και μετατέθηκε στην πόλη Χουαζού ως εντεταλμένος για την εκπαίδευση.
Το 744 συνάντησε για πρώτη φορά τον Λι Μπάι από όπου προέκυψε μια μονόπλευρη φιλία. Ήταν μερικά χρόνια νεότερος του Λι Μπάι και αρχάριος, ενώ εκείνος ήταν ήδη διάσημος ποιητής. Υπάρχουν δώδεκα γνωστά ποιήματα του Του Φου για τον Λι Μπάι ενώ μόνο ένα του Λι Μπάι για τον Του Φου.
Η ζωή του αναστατώθηκε από τη επανάσταση του Αν Λουσάν του 755, σε βαθμό που τα τελευταία 15 χρόνια της ζωής του τα έζησε σε μόνιμη μετακίνηση. Η επανάσταση διήρκεσε σχεδόν 8 χρόνια και στο τέλος της από τα 53 εκατομμύρια πληθυσμού που είχαν απογραφεί το 754, απέμειναν μόνο 17 εκατομμύρια. Ο Του Φου δεν μπορούσε να εγκατασταθεί κάπου λόγω των πολέμων των λοιμών και της αυτοκρατορικής δυσμένειας. Τα περισσότερα στοιχεία για τη ζωή του ποιητή είναι γνωστά μέσα από τα ποιήματά του. Όπως πολλοί άλλοι κινέζοι ποιητές καταγόταν από οικογένεια ευγενών η οποία ήταν όμως φτωχή.
Το 760 έφτασε στην Τσενγκντου (Επαρχία Σιτσουάν), όπου εγκαταστάθηκε για τα επόμενα πέντε χρόνια. Το φθινόπωρο του ίδιου έτους βρέθηκε σε οικονομικές δυσκολίες και έστελνε ποιήματα με εκκλήσεις βοήθειας σε διάφορες γνωριμίες του. Τελικά βρέθηκε υπό την προστασία του Γιαν Γου, ενός παλιού φίλου και συναδέλφου, που ήταν πλέον κυβερνήτης στην Τσενγκντου. Απελευθερωμένος από τα οικονομικά προβλήματα, έζησε ένα από τα ευτυχέστερα και ειρηνικά τμήματα της ζωής του. Το 762 διέφυγε από την πόλη λόγω μιας επανάστασης για να επιστρέψει το 764, οπότε ορίστηκε στρατιωτικός σύμβουλος του Γιαν Γου στις επιχειρήσεις του κατά των Θιβετιανών.
Η ποίηση του Του Φου δεν αναγνωρίστηκε κατά τη διάρκεια της ζωής του, πιθανώς λόγω του πρωτοποριακού του στυλ. Με το χρόνο όμως η επιρροή του αυξανόταν και οι καινοτομίες του φαίνονταν λιγότερο ριζοσπαστικές. Εκτός της Κίνας ο Του Φου αποτέλεσε μεγάλη επιρροή για την ιαπωνική ποίηση, κυρίως αυτή του Ματσούο Μπασό.


Oρίστε μερικά ποιήματα του Του Φου, μεταφρασμένα από τον Σωκράτη Σκαρτσή. Τα ποιήματα είναι μέρος του βιβλίου Κινέζοι Αναχωρητές Ποιητές, του οποίου έχω ήδη κοινοποιήσει τον πρόλογο που μπορείτε να βρείτε εδώ. Το βιβλίο είναι της σειράς Τα Κείμενα των Λαών, των εκδόσεων Καστανιώτη.


Στην άκρη του ορίζοντα με την σκέψη στον Λι Πο

Ψηλός άνεμος ταράζεται στην άκρη του ορίζοντα:
Φίλε μου, τι νέα;
Πότε θα 'ρθουν οι πάπιες (1);
Το φθινόπωρο φουσκώνει το ποτάμι και το ρέμα.
Οι συγγραφείς σιχαίνονται την κοσμική επιτυχία·
οι δαίμονες των βουνών θέλουν να μας παγιδεύσουν.
Ίσως θα 'πρεπε να μιλήσουμε με την ξοδεμένη ψυχή
στέλνοντας ένα ποίημα στον Ποταμό Μι-λο.

Ανεβαίνοντας στα ύψη

Όταν οι άνεμοι λυσσάνε κι ο ουρανός είναι ψηλά, οι γίβονες σκούζουν θρηνητικά·
πάνω από άσπρα σύννεφα στην καθαρή όχθη ενός ποταμού τα πουλιά πετούν και στροβιλίζονται.
Φύλλα πέφτουν από βαθιά δάση, θροΐζουν και τρίβονται
το Μακρύ Ποτάμι κυλάει αιώνια κύμα το κύμα.
Δέκα χιλιάδες μίλια πέρα στο θλιμμένο φθινόπωρο συχνά βλέπω τον εαυτό μου ξένο
όλη μου τη ζωή τυραννισμένος απ' την αρρώστια, ανεβαίνω μοναχός την ψηλή οροσειρά.
Κυκλωμένος απ' τα βάσανα, πικραίνομαι απ' τη βαριά παγωνιά στους κροτάφους μου
αποκαρδιωμένος, έχω πια εγκαταλείψει την κούπα μου το ασούρωτο κρασί.

Φθινοπωρινές σκέψεις

Δροσιές νεφρίτη μαραίνουν και παγώνουν τα δάση των σφενάδων.
Στο Βουνό της Μάγισσας, στη Χαράδρα της Μάγισσας ο αέρας είναι θαμπός, μελαγχολικός.
Άγρια κύματα απ' το ποτάμι ροχθούν κι ορμούν κατά τον ουρανό
πάνω στο πέρασμα των συνόρων άνεμος και σύννεφα βουλιάζουν στη γη που σκοτεινιάζει.
Αυτή η συστάδα χρυσάνθεμα, δυο φορές ανθισμένα, θυμίζει τα περσινά δάκρυα
μια μοναχική βάρκα, όπως πάντα, έχει αγκυροβολήσει στην καρδιά που λαχταράει το σπίτι.
Για να κόψουν χειμωνιάτικα φορέματα, παντού οι γυναίκες δουλεύουν τα ψαλίδια και τα μέτρα τους
κάτω απ' το ψηλό τείχος της πόλης του Άσπρου Αυτοκράτορα ακούγεται ο βιαστικός χτύπος
της βραδινής πλύσης.

Βλέποντας τις πυγολαμπίδες

Στο Βουνό της Μάγισσας οι πυγολαμπίδες πετούν στη φθινοπωρινή νύχτα:
έξυπνα περνούν το ανοιχτό δικτυωτό και κάθονται στα φορέματά μου.
Ξαφνικά τα χάνω με τη δροσιά του λαούτου μου και των βιβλίων μου στο δωμάτιο,
μετά μπερδεύω το φως των πυγολαμπίδων με τα σκόρπια αστέρια πάνω στα γεισώματα.
Πάνε γύρω στο κιγκλίδωμα του πηγαδιού κι έρχονται σ' ατέλειωτη γραμμή·
περνώντας τυχαία τα πέταλα των λουλουδιών σκιρτούν και λάμπουν.
Σ' αυτή την κρύα όχθη του ποταμού, μ' άσπρα μαλλιά, νιώθω θλιμμένος καθώς τις κοιτάζω
-του χρόνου τέτοι εποχή θα 'χω γυρίσει σπίτι;

Νυχτερινές σκέψεις μέσα σε μια βάρκα

Μια όχθη λεπτό χορτάρι κι ελαφρή αύρα,
μια μοναχική νυχτερινή βάρκα με ψηλό κατάρτι.
Άστρα ανεβαίνουν πάνω στην άγρια πλατιά πεδιάδα·
το φεγγάρι πάει με το ρέμα του Μεγάλου Ποταμού.
Φήμη: κερδίζεται ποτέ με τη λογοτεχνία;
Υπηρεσία: πρέπει να την παρατήσω, γέρος κι άρρωστος.
Πλέοντας, πλέοντας, είμαι σαν τι;
Ανάμεσα γη κι ουρανό, ένας μονάχος γλάρος.

Κοιτάζοντας τις πεδιάδες

Καθαρό φθινόπωρο, η θέα δεν έχει σύνορα.
Πέρα μακριά, ψηλά υψώνονται ήσκιοι.
Τα πιο μακρινά νερά χάνονται ακηλίδωτα στον ουρανό·
μια παραμελημένη πόλη κρύβεται βαθιά στην ομίχλη.
Σκόρπια φύλλα, που αφήνει ακόμη ο άνεμος,
μακρινοί λόφοι, όπου βυθίζει ο ήλιος.
Πόσο αργά γυρίζει ο μοναχικός γερανός!
Αλλά τα βραδινά κοράκια γέμισαν κιόλας το δάσος.

Οι φθινοπωρινές ερημιές

1
Οι φθινοπωρινές ερημιές γίνονται κάθε μέρα πιο άγριες:
κρύος ταράζεται ο γαλανός ουρανός στο ποτάμι.
Έδεσα τη βάρκα μου στο Άστρο του Σκοινιού του Πηγαδιού των Βαρβάρων,
έστησα το σπίτι μου σ' ένα χωριό του Τσ' ου.
Μόλο που οι ώρες είναι ώριμες, ας τις κόψουν άλλοι,
εγώ θα σκάψω για μένα εκεί που οι μολόχες γίνονται σπόροι.
Απ' το γεύμα του γέρου στο πιάτο μου
θα σκορπίσω την ελεημοσύνη μου στα ψάρια.

2
Εύκολο να νιώσεις την οδό στα πέρασμα της ζωής,
δύσκολο να βγάλεις ένα πλάσμα από την πορεία του.
Στο πιο βαθύ νερό είναι η χαρά του ψαριού,
στο πιο φυλλωμένο δέντρο κάνει το πουλί τη φωλιά του.
Τα γερατειά κι ο μαρασμός βολεύονται να 'ναι φτωχά κι άρρωστα,
ο έπαινος κι ο ψόγος ανήκουν στα νιάτα και στη δόξα.
Μόλο που ο φθινοπωρινός άνεμος φυσάει στο ραβδί και στο μαξιλάρι μου,
δε θα κουραστώ απ' τις φτέρες του Βορινού Βουνού.

3
Μουσική και τελετές να νικήσουν τις αποτυχίες μου,
βουνά και δάση να μακρύνουν το ζήλο μου.
Στο σπασμωδικό κεφάλι μου γέρνει ο μεταξένιος σκούφος,
ζεσταίνω τη ράχη μου στη λάμψη των βιβλίων από μπαμπού,
μαζεύω τις κουκουνάρες που έριξε ο άνεμος,
ανοίγω τις κυψέλες όταν ο ουρανός είναι κρύος,
σε σκόρπια και μικρά κόκκινα και γαλάζια
σταματάω με τα πέλματα σε ξυλοπάπουτσα κοντά στο αχνό άρωμα.

4
Ο φθινοπωρινός άμμος είναι άσπρος πέρα στην ακρογιαλιά,
η λάμψη του σούρουπου κοκκινίζει την οροσειρά.
Βυθισμένοι αναβαθμοί σπρώχνουν ξαφνιασμένους κυματισμούς,
επιστρέφοντα φτερά πάνε με τον ψηλό άνεμο.
Ο χτύπος των όγκων στο νερό αντηχεί από σπίτι σε σπίτι,
οι φωνές του ξυλοκόπου τραγουδούν το ίδιο τραγούδι.
Ο πάγος πετάει προς τα κάτω με την έγνοια της Σκοτεινής Κόρης (2),
αλλά η κουβέρτα που αφήνει με χωρίζει απ' το Νότιο Παλάτι (3).

5
φιλοδοξία μου να ζωγραφιστώ στην Αίθουσα του Μονόκερου (4),
αλλά τα χρόνια μου γέρνουν εκεί που κοπιάζονται οι πάπιες και οι ερωδιοί.
Πάνω στο μεγάλο ποτάμι το φθινόπωρο γρήγορα πλημμυρίζει,
στην άδεια χαράδρα η νύχτα είναι γεμάτη θορύβους.
Τα μονοπάτια κρύβονται σε χίλιες σωρωμσένες πέτρες:
το ταξίδι σταμάτησε, μια λουρίδα σύννεφο.
Και τα παιδιά μου μάθανε μια βαρβαρική γλώσσα,
μόλο που είναι σίγουρα πως δε θα πάνε ψηλά.

Μεσάνυχτα

Κοντά στο Δυτικό Περίπτερο, χίλια μέτρα ψηλά στον γκρεμό,
περπατώ τα μεσάνυχτα κάτω απ' το δικτυωτό μου παράθυρο.
Πετούμενα άστρα περνάνε λευκά στο μάκρος του νερού,
διάφανες αχτίδες της δύσης του φεγγαριού τραμολάμπουν στην άμμο.
Στο σπίτι του στο δέντρο, δες το μυστικό πουλί:
σίγουρα κάτω απ' τα κύματα, φαντάσου τα μεγάλα ψάρια.
Από συγγενείς και φίλους στα όρια ουρανού και γης,
ανάμεσα σ' όπλο και βουβαλόρουχο, σπάνια φτάνει γράμμα.

Άστρα και φεγγάρι πάνω στον Γιανγκϊ-τσε

Μετά από ξαφνική βροχή, καθαρή φθινοπωρινή νύχτα.
Πάνω στα χρυσά κύματα η σπίθα του Σκοινιού των Κοσμημάτων.
Το Ποτάμι τ' Ουρανού λευκό απ' την αιωνιότητα,
τα ρηχά του Γιανγκ-τσε, να, διάφανα τώρα.
Αντανακλάσεις, μαργαριτάρια από σπασμένη κλωστή:
ψηλά στον ουρανό υψώνεται ένας καθρέφτης.
Υστερνό φως που σβήνει καθώς το ρολόι σταλάζει,
ακόμη πιο αχνό καθώς οι δροσοστάλς κάθονται στα λουλούδια.

Γιανγκ-τσε και Χαν

Κοντά στον Γιανγκ-τσε και τον Χαν, ένας ξένος που σκέφτεται το σπίτι του,
ένας μαραμένος σχολαστικός ανάμεσα Τσ'ιεν και Κουν (5).
Κάτω από τόσο μακρινό ουρανό όσο αυτή η λουρίδα σύννεφο,
το φεγγάρι στην ατελείωτη νύχτα όχι  πια μόνο.
Στη δύση του ήλιου ακμαίος με καρδιά γαλήνια:
στ φθινοπωρινό άνεμο, φρέσκος από αρρώστια.
Πάντα υπάρχει μια θέση για ένα γέρικο άλογο,
μόλο που δεν μπορεί πια να πάρει το μακρύ δρόμο.


Σημειώσεις:
(1) Πότε θα 'ρθουν οι πάπιες; > θεωρούσαν ότι οι πάπιες έφερναν γράμματα "αερογεννημένα", ίσως από τους σχηματισμούς που έκαναν πετώντας.
(2) Σκοτεινή Κόρη > η θεά που στέλνει τον πάγο και το χιόνι.
(3) Νότιο Παλάτι > ένας αστερισμός.
(4) Αίθουσα του Μονόκερου > εκεί απεικονίζονταν οι έντεκα μεγάλοι υπουργοί. Ο Του Φου έμεινε σε κατώτερη τάξη, με τις «πάπιες και τους ερωδιούς».
(5) Τσ'ιεν και Κουν > είναι οι δυνάμεις που βρίσκονται, στο Γιι Τζινγκ, πίσω απ' τον ουρανό και τη γη
.