Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2014

ΕΓΩ Ο ΡΙΝΕΣΟΣ-ΑΔΗΜΟΣΙΕΥΤΟ




ΕΓΩ  Ο  ΡΙΝΕΣΟΣ             




      

  



Η Πόλη η Βασιλεύουσα   έχει αποδεκατιστεί από την πανώλη και τις αλλεπάλληλες πολιορκίες των Τούρκων αλλά και από τις διαμάχες των Δυτικών, αφού οι προστριβές Γενοβέζων και Βενετσιάνων γίνονται μέσα στο λιμάνι της. Είμαστε μόνο 50.000   Δεισιδαιμονία, διχόνοια, φτώχεια, κακομοιριά. Ζούμε σε μια πόλη ερημωμένη O Κωνσταντίνος  Παλαιολόγος πολεμάει τους Τούρκους μαζί με τον απεσταλμένο του Πάπα, Ισίδωρο του Κιέβου, και τους Γενοβέζους και εμείς στρατιώτες,   είμαστε κουρασμένοι ,καταπονημένοι από τις επιθέσεις των Τούρκων στα τείχη της πόλης μέρες τώρα  …….

Εξουθενωμένοι οι περισσότεροι κοιμούνται μα εγώ γαντζωμένος στα τείχη με την βαριά πανοπλία μου και τα κουρασμένα μάτια μου κοιτάζω έξω από  τα τείχη
Ένα τεράστιο κανόνι πλησιάζει τα τείχη .Το σέρνουν βόδια  και στις δυο πλευρές του περπατούν  τούρκοι  στρατιώτες
Ξαφνικά όλοι σταματούν και στρέφουν το κανόνι στην πλευρά  προς την πλευρά μου  κοντά στον Πυργίσκο στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού .
Πιο πίσω ξεχωρίζω δυο καταπέλτες και πλήθος από γενίτσαρους  οπλισμένους με δόρατα με βέλη  με τόξα με βαλλίστρες  γιαταγάνια και ξύλινες ασπίδες
Με έναν αναστεναγμό ακουμπώ με το παγωμένο χέρι μου το σπαθί μου και ξαναγυρίζω στο πρόχειρο  στρατόπεδο πίσω από τα τείχη
Οι φωτιές καίνε ακόμα Οι μέρες θλιβερές  Γεμάτοι σκόνη και χωρίς να βάζουμε στο στόμα  ούτε  νερό πολεμούμε Στο σακίδιο μας  δεν έμεινε τίποτε πια ούτε γαλέτα ούτε αλεύρι ούτε ψωμί .
11 Απριλίου Ένας θόρυβος εκκωφαντικός  ακούγεται. Ο πρώτος βομβαρδισμός  η πρώτη βολή από το γιγάντιο κανόνι Όλοι αφήνουν την Λιτανεία  όλοι  τρέχουν στους δρόμους   φωνάζοντας Κύριε ελέησαν …φοβισμένοι όλοι …γυναίκες παιδιά
Πέρασαν μέρες, το γιγάντιο κανόνι χτυπά αδιάκοπα σχεδόν κάθε μέρα
Ο ήχος από τα σπαθιά και εκείνος ο συνεχής θόρυβος κοντά στα τείχη ………Ένας δικός μας  το ανακάλυψε …….και άρχισε να φωνάζει «κάτω από τα τείχη …κάτω από τα τείχη ….» Οι Τούρκοι είχαν σκάψει λαγούμι  να περάσουν στην πόλη υπογείως και  μας έδωσαν διαταγή να τους βάλουμε φωτιά  και έτσι  σκάψαμε και εμείς και όταν  τους είδαμε ρίξαμε φωτιά Σάρκα και ξύλα μέσα στο λαγούμι   έγιναν ένα …..μα  κάθε μέρα   και άλλοι θόρυβοι ίδιοι …………..και κάθε φορά βρίσκαμε υπόγειες στοές …… Ο φίλος μου Τζοβάνι  πολεμά και αυτός μαζί μας  ήρθε με   το πλοίο  του Τζιουστινιάνι  και έμεινε εδώ  να πολεμά στα τείχη αφού είναι   αυτός που μεταφέρει τα  τρόφιμα και τα νέα  στο πλοίο
Χθες  19 Μαΐου  βλέπουμε  τους τούρκους να φτιάχνουν μια μεγάλη  γέφυρα  από τον Γαλατά μέχρι την Πόλη από βαρέλια
Ο Τζοβάνι  θυμωμένος  φωνάζει  «θέλουν γενική επίθεση» και με  βήματα χορευτικά  και το σπαθί  να σχίζει τον αγέρα σε μάχη   συνεχίζει «ας τολμήσουν να έλθουν ……..ας τολμήσουν» Τα άσχημα νέα φθάνουν στο στρατόπεδο μας  Ο Νοτάριος  στρατιώτης στην ίδια μονάδα   με μας, μας  μαζεύει και φωνάζει να μας τα πει
Το ανιχνευτικό πλοιάριο που είχε φύγει για να φέρει βοήθεια από την Δύση  γύρισε αλλά μάταια Κανείς δεν θα ερχόταν να πολεμήσει για την Πόλη Μόνο εμείς και ο Βασιλιάς  που αγαπά τον λαό του που αγαπά την Πόλη και θέλει να πολεμήσει  μαζί μας Οι ελπίδες μας έμειναν στον Θεό και την Παναγιά 

Ξημερώνει  Όλα έχουν σιγήσει όλα είναι πένθιμα ………
Ξαφνικά καμπάνες  από εκατοντάδες εκκλησίες  ακούω να χτυπάνε δυνατά Κάποιοι φωνάζουν να πάμε στην Λιτανεία των εικόνων .Ο Ίδιος ο Αυτοκράτορας το ζητά …………..24 Μάιου η Λιτανεία της Παναγιάς των Βλαχερνών   Σε ένα παλιό τετραδιάκι που έχω χωμένο στην στολή σημειώνω με ένα μολύβι τις μέρες της σκλαβιάς τις μέρες  του πολέμου, τις μέρες  που θα φωνάξουμε Λευτεριά
Σηκώνω τα μάτια μου προς τον ουρανό ……. τον Θεό ζητώ
Ο φίλος μου Τζοβάνι  . έρχεται κοντά μου .Πάμε μου ψιθυρίζει περνά η Μαντόνα –Παναγιά (Madonna-Virgin)
.
Πιο κάτω στην Πύλη του Ξυλοκέρκου δυο φίλοι του Τζοβάνι ο Αντώνιος και ο Πάολο Μποκιαρντι γονατισμένοι ……..
Μα η εικόνα πέφτει από τα χέρια των πιστών  ……μοιάζει γονατισμένη και αυτή σαν τον λαό που τρέχει  για βοήθεια Οι προσευχές δυναμώνουν Τα στόματα των πιστών ψάλουν  δυνατά «Τ περμάχ στρατηγ τ νικητήρια, ς λυτρωθεσα τν δεινν εχαριστήρια, ναγράφω σοι πόλις σου, Θεοτόκε·»Τρέχουν όλοι βοηθούν να  την σηκώσουν από το έδαφος  μα η εικόνα είναι βαριά Βλέπω τον Νοτάριο, τον Ευταξία  τον Αγαλινό  τον Λιβέρη   στρατιώτες που σηκώνουν με τα κουρασμένα  αλλά δυνατά χέρια τους την Παναγιά  …… …………

Οι φωτιές από τα στρατόπεδα των Τούρκων μεγαλώνουν Τα τείχη μισογκρεμισμένα  μοιάζουν και αυτά πληγωμένα  Τα θεριά περιμένουν να μας βρουν αδύναμους κουρασμένους να μας θερίσουν Φωνές  ακούγονται Αγαρηνών  κάποιος δείχνει τον τρούλο της Άγιας Σοφίας ………. Το φεγγάρι καιγόταν πάνω από τον τρούλο της σαν καμίνι με ένα φως που έκαιγε τα μάτια …….μα δεν καταλαβαίνω Δίπλα μου ο Ευταξίας που είχε κάνει σε τούρκικο στρατόπεδο  και ήξερε την γλώσσα μου εξηγεί ……….κοιτάξτε…………. κοιτάξτε ο Θεός εγκαταλείπει τους Ρωμιούς …..
28 Μάιου
Η στολή μου βαριά τα πόδια μου ασήκωτα όμως η διαταγή λέει να πάμε στην πύλη Χαρσία δεξιά της πύλης του Ρωμανού Εκεί  πλήθος   ανθρώπων χριστιανοί ,  ξένοι γυναίκες, άνδρες είναι συγκεντρωμένοι
Μπροστά  βλέπω τον  Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ψηλό, αδύνατο ,λυπημένο μόνο να …εμψυχώνει τον λαό με χειρονομίες με λόγια  και ο λαός του  πεινασμένος  πληγωμένος ….Ξέρει ότι αυτός ο λαός είναι ο μόνος σύντροφος του. Και τον αγαπά τούτον τον λαό  όπως αγαπά και τη Πόλη του  Δίπλα του οι υπουργοί του
Πίσω ακολουθούν τα εξαπτέρυγα ,.οι επιτάφιοι, τα δισκοπότηρα
Ιερείς κρατούν τον μανδύα του Κυρίου την λόγχη που τρύπησε το πλευρό του το σφουγγάρι που του έδωσαν να πιει το καλάμι που του έβαλαν στο χέρι
Ο Αντώνιος  και ο Πάολο αγγίζουν τον μανδύα  του  Χριστού και προσεύχονται
Με μύρο οι Ιερείς  ραντίζουν τα  μισογκρεμισμένα τείχη Κραυγές ακούγονται και επικλήσεις στον Θεό……περιμένουν την Σωτηρία

Βράδυ ήσυχο … οι  χρυσοκίτρινες σημαίες με τον Δικέφαλο αετό  κυματίζουν ήσυχα Η μύτη του μολυβιού μου σπασμένη    και δεν μπορεί να γράψει πια ….Σχίζω με την άκρη του σπαθιού μου λίγο το δέρμα και γράφω στο χαρτί με αίμα τούτη την ημερομηνία  Ξημερώνει  29 Μάιου     και οι άπιστοι μας  επιτίθενται ….Φωνές  μας κατευθύνουν μας ενθαρρύνουν  μας εμψυχώνουν  και εμείς πολεμούμε και αντέχουμε ακόμα Μα ο  Ιουστινιανης υπερασπιστής της Πόλης    λαβώθηκε  ……..και από μια μικρή πόρτα την Κερκόπορτα  η σημαία των Τούρκων  ανυψώθηκε …….Φωνές δίπλα μου «εάλω η Πολις εάλω»………….Ψάχνω τον Αγαλινό  μα δεν τον βρίσκω    Ο Τζοβάνι  μου φωνάζει να πάω προς την Κερκόπορτα αλλά καθώς πλησιάζω  τα χαλάσματα  και τα πτώματα δεν με αφήνουν να πλησιάσω Και εκεί μέσα στον Πανικό στην σφαγή ένας καβαλάρης πολεμά  ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος  σηκώνει το σπαθί και ορμά ………..περνά μπροστά από τα μάτια μου και χάνεται μέσα στο κόκκινο τοπίο του αίματος ……………Κάποιος δίπλα μου από το κυνηγημένο  πλήθος των  ανδρών και των  γυναικών μου  φωνάζει να πάω στην Αγια Σοφια  Μα οι δρόμοι   οι πλατείες τα σπίτια πλημμύρισαν αίμα  και ουρλιαχτά Με ματωμένη και σχισμένη στολή  φθάνω στο τελευταίο καράβι των Γενοβέζων  Κύματα  σηκώνονται πελώρια και το καράβι  πάνω στα κύματα τρέμει  Καλόγεροι  με βιβλία πολύτιμα και εικόνες  κάτω από τα σχισμένα  ράσα προσπαθούν να επιβιβαστούν Το καράβι φεύγει Κάποιοι κρέμονται από τα σχοινιά όμως αντέχουν  Από μακριά η πόλη γέμισε καπνούς και ο αέρας φέρνει τα βογκητά  του θανάτου Ο Ουρανός γέμισε αίμα

Οι ήχοι των σπαθιών ακούγονται ακόμα και σήμερα
Στην Βασιλεύουσα ο τελευταίος Αυτοκράτορας ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ακόμα πολεμά Ποτέ δεν θα μπορούσε να φύγει  ακόμα  και αν του το ζητούσαν πολλές φορές αυτός θα αρνιόταν Μα που να πάει  ,δεν υπάρχει άλλη Πατρίδα για αυτόν, δεν έχουμε άλλη Πατρίδα   δεν έχουμε άλλη λευτεριά εμείς οι Έλληνες
Ένα κυκλάμινο ένα όμορφο κόκκινο λουλουδάκι φύτρωσε  στο τελευταίο γκρεμισμένο τείχος της πόλης  μιαν Άνοιξη  εκεί που το αίμα  έχει βάψει  την πέτρα  μοιάζει σαν την ελπίδα ότι ο Κωνσταντίνος θα γεννηθεί πάλι την Πόλη να σώσει από την Τουρκιά