Τρίτη, 12 Μαΐου 2015

Ανδρέας Αλεξόπουλος-Μια νέα φωνή ένας νέος Ποιητής

Μια νέα φωνή ένας νέος Ποιητής


Ανδρέας Αλεξόπουλος
Γεννημένος στο Μιχόι Αχαΐας στις 3 Νοεμβρίου του 1982 o Aνδρέας Αλεξόπουλος σπούδασε Νοσηλευτική στο ΑΤΕΙ Πατρών και είναι Διπλωματούχος Βυζαντινής Μουσικής. Σήμερα είναι μεταπτυχιακός φοιτητής στην σχολή Ανθρωπιστικών σπουδών στον τομέα Ορθόδοξης Θεολογίας του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Από πολύ μικρός ασχολείται με το γράψιμο ενώ έχει δημοσιεύσει κατά καιρούς σε τοπικά μέσα, άρθρα κοινωνικού και πολιτιστικού ενδιαφέροντος. Η Ποιητική του συλλογή με τίτλο "Δυο Λογικές Όνειρα" είναι η πρώτη που εκδίδεται και διατίθεται από τις Εκδόσεις ΠΕΛΑΣΓΟΣ.

Η ευαισθησία , η καλοσύνη ,ο πλούτος των αισθημάτων διακρίνονται
στα ποιήματα του Ανδρέα

Η ψυχή του πλημμυρισμένη  από την Πανανθρώπινη αγάπη  « Αντικριστά διαβαίνουμε μέσα στην αγνωσία και γειτονεύουμε με τα παράθυρά μας ανοιχτά μες στην αδιαφορία!!!!!!! »
Με εσωτερική ψυχική  ευγένεια  των καλών τρόπων  χωρίς το «εγώ»με θέμα ενός έργου  με τίτλο   καρδιάς «άνθρωπος»
Ο ποιητικός λόγος με τόλμη και φαντασία με αδιόρατη μελαγχολία  
Με εσωτερική φλόγα και ζεστή παρουσία    προσπαθεί να σφραγίσει μια στάση γραφής με την στάση ζωής
Διακρίνω την αγωνία  και το βάθος μιας ατέρμονης θέλησης
Στο ποίημα του  ΑΓΝΟΙΑ ΚΑΙ ΛΗΘΗ η αναζήτηση χύνεται σαν άρωμα  ψυχής  ποτίζει
τον στίχο με την ανάγκη να  «γνωρίζουμε» να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά στο φως 

 ΑΓΝΟΙΑ ΚΑΙ ΛΗΘΗ
« Άγνωστοι μέσα στην γνώση βαδίζουμε. Αντικριστά διαβαίνουμε μέσα στην αγνωσία και γειτονεύουμε με τα παράθυρά μας ανοιχτά μες στην αδιαφορία. Μα η γνώση μια επιθυμία ψάχνει, μια σπίθα. Μες στον ωκεανό της άγνοιας θε να σαλπάρει μαζί με την ελπίδα. Ταξίδι εκεί να κάνει χωρίς επιστροφή».


ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗ
Ξυπνάω και βλέπω Θάλασσα. Χάνομαι λίγο. Ταξιδεύω. Χωρίς Φάρο κολυμπάω στα κύματα και είναι βράδυ. Σκοτάδι απλώνεται στην σκέψη και στα σύννεφα και θέλω από κάπου να πιαστώ. Πέφτω να κοιμηθώ. Μάταια όμως, αφού περιπλανιέμαι πάλι σε οράματα και ήχους. Πάλι το Φως.. Ξημέρωσε. Θα αφήσω το σημερινό ταξίδι. Φαντάζει μακρινό και εγώ κουράστηκα. Κάπου αλλού θα ταξιδέψω. Σε μια ιδέα. Αγάπη λέγεται και εκεί θα ταξιδέψω γιατί είναι η μόνη που μπορώ να αγγίζω.
ΑΚΟΥΓΟΝΤΑΙ ΦΩΝΕΣ
Ακούω φωνές, μα έρημο είναι το τοπίο. Σιγή παντού... Μα χίλιοι είναι αυτοί που περπατάνε. Βαδίζουν ηχηρά μες στο δικό τους όνειρο. Κραυγές, φωνές, μα δεν ακούω τίποτα, γιατί την μοίρασαν μεμιάς τη λογική τους στους άδικους καιρούς. Χαιρετισμό μου δίνουν κι εγώ με σιωπή τους απαντώ, μα δεν ακούω... Κλείνω τα αυτιά μου στις σειρήνες γιατί ξένος αισθάνομαι πως είμαι, ακόμα και αν έχω τραφεί μέσα από τις ηχηρές τους ψευδαισθήσεις.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΘΥΜΗΣΗΣ
Απ 'το τραπέζι στο κρεβάτι. Ημέρα Κυριακή. Μες στην απόλυτη σιωπή της σκέψης και του σώματος, λίγο πριν ο Μορφέας σε πάρει με την διπλωματία του για λίγες ώρες... Ξάφνου ένα τραγούδι σε οδηγεί. Μέρες-μήνες-χρόνια πίσω. Εκεί που η καρδιά και η ψυχή συννεφιασμένες, στη λύπη, στην απώλεια, γονατισμένες στα γιατί, τον λόγο ψάχνουν να συνεχίσουν να ζουν. Και να που τώρα πια κλειδώθηκαν και αυτά σε τούτη την ανησυχία, στο αύριο που δολοφονεί το χθες και σου γκρεμίζει το παρόν. Κι από την άλλη λες πως ζεις ως σώμα μόνο, χωρίς ψυχή και συναισθήματα.

ΑΓΝΟΙΑ ΚΑΙ ΛΗΘΗ
Άγνωστοι μέσα στην γνώση βαδίζουμε. Αντικριστά διαβαίνουμε μέσα στην αγνωσία και γειτονεύουμε με τα παράθυρά μας ανοιχτά μες στην αδιαφορία. Μα η γνώση μια επιθυμία ψάχνει, μια σπίθα. Μες στον ωκεανό της άγνοιας θε να σαλπάρει μαζί με την ελπίδα. Ταξίδι εκεί να κάνει χωρίς επιστροφή.

ΠΑΝΤΟΥ ΣΥΝΩΣΤΙΣΜΟΙ
Συνωστισμοί παντού και πάντα. Στις σκέψεις, στο μυαλό μου. Μοιάζουν σαν κύματα που έρχονται με φόρα. Συνωστισμοί στο τώρα, στο μετά, στην Ιστορία που με την βία νικήτρια θέλει να περάσει στην αιωνιότητα. Γιατί είναι Θεία εντολή και όρκος στους προγόνους. Συνωστισμοί στο παρελθόν που το παρόν γεννάει και που το μέλλον με προκατάληψη κοιτάει.
ΥΠΑΡΧΕΙΣ ΠΑΝΤΟΥ
Υπάρχεις εκεί που δεν προσπάθησα να πάω. Εκεί που δεν Σε έψαχνα, Στέκεις σιωπηλά και λυπημένα. Μια σπίθα Ήσουν στα σκοτάδια μου και εγώ τυφλά θωρούσα. Ένα Αεράκι που βοηθάει τα πανιά και τα πλοιάρια να πάνε στο σκοπό τους κι εγώ για φονικό αγέρα Σε περνούσα με λάθος μάτια, με δυο φτερά χιλιοσπασμένα, τσακισμένα. Ζούσες πιο πάνω από τις λογικές, μα η δική μου λογική πιο πάνω ζούσε απ 'το Εγώ μου κι έτσι Χανόσουν... Και τώρα... Το εγώ συρρικνωμένο στο τίποτα. Εκεί απέναντι στέκει στο μεγαλείο Σου.

ΑΣ ΜΗΝ ΒΑΔΙΣΟΥΜΕ
Ας μην βαδίσουμε μαζί σε τούτο το όνειρο. Ας χωριστούμε γιατί είναι πολύ σκοτεινό. Δεν έχω φώτα για να φωτίζει τον δρόμο μας και ίσως σκοντάψουμε μαζί στην προσμονή. Και να τώρα...Με πιάνει το παράπονο. Με σφάζουνε οι σκέψεις. Και αναρωτιέμαι γιατί ήρθαμε σε τούτη γη με τους πολλούς τους πόνους και τις σιωπές...