Παρασκευή, 2 Αυγούστου 2013

Διήγημα -Ο κύκλος της διάκρισης -Ιστοσελιδες




   Ευχαριστούμε πολύ για τη συμμετοχή σας στην κλήρωση των βιβλίων του Διονύση Μαρίνου και περισσότερο για το όμορφο απόσπασμα που στείλατε.

Αν θέλετε μπορούμε να το δημοσιεύσουμε στον ιστότοπο με κάποια συνοδευτική φωτογραφία (όποια επιλέξετε εσείς)

Το koukidaki παραμένει ανοιχτό σε κάθε δημιουργό. 
Τόσο σε θέματα επικοινωνίας, όσο και για δημοσίευση έργων.

Με εκτίμηση,


Τζένη Κουκίδου




Ο κύκλος της διάκρισης


Στην γωνιά του δρόμου  ένα κτίριο κατεδαφισμένο. Τα σίδερα κρέμονται λυγισμένα μέσα από το χαλασμένο τσιμέντο .Μια μεγάλη ταμπέλα σκουριασμένη  μισοχωμένη μέσα στα χαλάσματα  .Με δυσκολία διαβάζω αφού τα γράμματα είναι μισοσβησμένα Σωφρονιστικό κατάστημα ………..
Οι άνθρωποι δίπλα μου περνούν αδιάφορα .Στέκομαι σαν άγαλμα και τους κοιτώ
Μια μεγάλη στοίβα  από παλιά υλικά έμειναν  πια .Κάποιοι το είχαν χαρακτηρίσει  καταραμένο, γερασμένο, άχαρο ,ξεθωριασμένο. Μα οι θύμησες δεν ξεθώριασαν στο πέρασμα του χρόνου .Χώνω πιο βαθιά τα χέρια μου στο παλιό τριμμένο μπουφάν μου Μια στιγμή η μια αιωνιότητα κράτησε αυτή η ματιά ;Δεν μπορώ να ξεχωρίσω .Το παιχνίδι της μοίρας αρχίζει και τελειώνει εδώ. Οι άνθρωποι σπρωγμένοι από τις κοινωνικές επαφές και την κοινωνική προσέγγιση ξεχνούν. Ξεχνούν να παίξουν τον εαυτό τους .
Η σύγκριση και η ανωτερότητα ,η υποτίμηση στους ανθρώπους που δεν έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά ….για όλα αυτά αδιαφορούν .Η μειωτική και απαξιωτική διαδικασία τα στερεότυπα, οι προκαταλήψεις  οι κοινωνικές κατασκευές …….
Αδιαφορούν  για αυτούς που έχουν πάψει να έχουν συλλογική ζωή .
Με κορυφή τη προσωπική τους διάκριση τιμωρούν τον πλησίον η τον λυπούνται. Αισθήματα που γεννιούνται και μεταλλάσσονται συνεχώς
Με τα δάκρυα μου κάθε  Κυριακή πότιζα τα τριαντάφυλλα της ελπίδας  που είχαν γεννηθεί  στο κελί  μου που δεν υπήρχε αρκετός αέρας ,σε ένα παλιό μπλοκάκι που άφηνα εκεί το όνομα μου και την καρδιά μου .
Ο φαύλος κύκλος των διακρίσεων, και οι θείες τιμωρίες  σημάδεψαν την αγάπη για πάντα.
Χρώματα και χειρονομίες ανθρώπων που δεν μας αγάπησαν!!
Και οι φίλοι ταξίδεψαν αδέξια προς την θάλασσα Γυμνοί στα πλήθη ταπεινοί χαμένοι στην αλλοτρίωση του μύθου, ζήσαμε ξένοι
Και εμείς που αγαπήσαμε  τόσο πολύ, περνούμε τις νύχτες σε υπόγεια που μυρίζουν μούχλα ,κοιμόμαστε στο πάτωμα κομματιάζοντας σώμα και ψυχή Είμαστε ταξιδιώτες που αναζητούμε το θαύμα σε έναν μυστικό δείπνο ,φτωχοί, ορφανοί …μετανάστες επαίτες σε μια αδιάκοπη φυγή ,σε μια αδιάκοπη συντριβή κάτω από τον Ήλιο.
Τις χειμωνιάτικες νύχτες η εξομολόγηση μόνο φωλιάζει στις καρδιές μας και το αίμα «ιερό ανάγνωσμα» που στην παγωνιά την ζεστασιά κερδίζει και τον θάνατο καταργεί

Κάποιοι από τους συντρόφους στα χέρια του Θεού ψάχνουν ανοιχτό ουρανό για τον αγώνα και τον κοινωνικό λιθοβολισμό .Τούτος ο κόσμος έγινε καημός  και το ανάστημα της καρδιάς η αγάπη σημάδεψε.
Μα ποιος ήμουν στα αλήθεια ; Μόνο η καλοσύνη  των άστρων μου έμεινε, σε ένα ταξίδι που έχει τελειώσει πια .
Το σκοτάδι της νύχτας φεύγει  στο γλυκοχάραμα μιας νέας μέρας .Η νίκη ή η ήττα ,η ευτυχία ή η δυστυχία ,η σοφία ή η άγνοια ,η ελευθέρια ή η δέσμευση  όλα χωρούν στον ίδιο κύκλο ..σαν την λάμψη στο σκοτάδι και τον αβάσταχτο πόνο της αποκάλυψης .

Ο πόνος του κόσμου στην άγνοια και τον ρατσισμό
Ο πρώτος ομιλητής ,που είδε Ήλιους και φεγγάρια βιάζεται να συντελέσει στο θαύμα στην θυσία στην λύτρωση, βιάζεται να κρυσταλλώσει το συναίσθημα που δεν έχει επιστροφή, να γαληνέψει  τους ανθρώπινους ουρανούς από την δοκιμασία με δυο μεγάλα μάτια καλοσύνης .Είναι ο μεσολαβητής ανάμεσα στην μοίρα και στους ανθρώπους της οδύνης
Τα τριαντάφυλλα της μοίρας χάρισα στον πρώτο ομιλητή ,από το πέρασμα του χρόνου   ανέγγιχτα
Στους νόμους που μου όρισαν τον χωρισμό αγρύπνησα, σε άπιστους καιρούς χωρίς συμπόνια αγρυπνώ
Ο τόπος μου εδώ σε αυτά τα χαλάσματα ,τριάντα χρόνια ξεχασμένος στην φθορά καταδικασμένος για ένα παιδικό παράπτωμα
Αδιέξοδες φλέβες πετρωμένες από τον χρόνο την μοναξιά και την σιωπή φυλακισμένες.
Στα χρόνια που πέρασαν  το πλήθος, κορμιά ζωντανά ,θριάμβευσαν στο φως της ημέρας ,μα εμείς θανάσιμα σημαδεμένοι ,και η ψυχή μάταιη στη δύση της ζωής .
Στον γυρισμό αλλόκοσμοι ήχοι του αγριμιού  που λύθηκε για πάντα από την αλυσίδα Ο δικός μου Ήλιος μοιρασμένος στην απουσία  ξεχασμένος .
Μα το όνειρο στην δροσιά της αυγής λαμπυρίζει ακόμα  και την γύμνια ολόκληρης της ζωής μου αποκαλύπτει .
Ξαφνικά ένας μεγάλος θόρυβος με βγάζει από τις σκέψεις μου .
Δεν θα είχα κάνει είκοσι βήματα από το κτίριο όταν ένα μεγάλο κομμάτι στην δεξιά γωνία που στεκόταν ακόμα όρθιο κατάρρευσε σηκώνοντας ένα λευκό σύννεφο σκόνης που σκέπασε τους σωρούς από τις πέτρες αλλά και την  δική μου μνήμη .
Απελευθερωμένος από τα μυστικά του κτιρίου απομακρύνομαι .
Μια παράξενη ανεξήγητη ευτυχία με νίκησε …..κάτι σαν το ανέλπιστο της στιγμής …..δεν ανήκω πια εδώ μονολογώ !!!

Inside a circle

Scarred love - the cycle of discrimination


On a street corner building demolished. Bars hanging flexed through the broken concrete. A large rusty signpost located deep in the rubble. Hardly read because the letters are faded
 Prison ...........
People pass by me indifferently. I stand as a statue and look
A large stack of old materials were anymore. Some have characterized the cursed, aged, awkward, dull.
But the memories do not fade over time. Dig deeper into my hands in my jacket rubbed old A moment lasted an eternity of this look? I can not pick. Game of fate begins and ends here. People pushed by social contacts and social approach forget. They forget to play themselves.
The comparison and superiority, the depreciation of the people who do not have the same characteristics .... for all those indifferent. The process of degrading and demeaning stereotypes, prejudices, social structures .......
Indifferent to those who have ceased to have a collective life.
On top of the personal distinction punish your neighbor or regret. Feelings of being born and changing
With my tears every Sunday was watering the roses of hope born in my cell there was enough air in an old pad in there, let my name and my heart.
The vicious circle of discrimination, and marked the divine punishments love forever.
Colors and gestures of people who are not loved us!
And friends traveled to the sea clumsy Naked humble lost in crowds to alienation of the myth, foreigners lived
And we who loved so much, spending the nights in basements that smell mold, sleep on the floor hack body and soul We are travelers who are looking for the miracle to a secret dinner, poor, fatherless immigrant beggars ... in a continuous flight, in a continuous crashing down the Sun.
On winter nights the confession only nests in our hearts and blood "sacred reading" that the warmth in cold win and eliminate the death

Some of the partners in God's hands open sky looking for the race and social stoning. This world has the stature and sorrow of heart the love marked.
But what I really? Only the kindness of the stars I stayed in a journey that has ended now.
The darkness of the night goes to dawn a new day. Victory or defeat, happiness or misery, wisdom or ignorance, or liberal capture all fit into the same cycle .. like the glow in the dark and unbearable pain of revelation.

The pain of the world in ignorance and racism
The first speaker, who saw sun and moon in a hurry to help marvel at the sacrifice of redemption, hurry to crystallize the feeling that no return to the calm skies to human testing with two large eyes kindness. He is the mediator between the spine and people in pain
The fate of roses I gave to the first speaker, the passage of years untouched
My in laws have defined the separation vigilant in times of unbelievers without compassion wake
The place me here in these ruins, thirty years forgotten to wear a doomed child misconduct
Dead-end veins petrified by the time the solitude and silence prisoners.
In the years that have passed the crowd, live bodies, triumphed in daylight, but we fatally scarred and hopeless soul of life in the West.
On the way back allokosmoi other world sounds of wild animals, which was solved by the chain My own windmills in the absence of sun forgotten.
But the dream in the morning dew sparkles even the nakedness of my entire life reveals.
Suddenly a great noise turns out of my thoughts.
I would have done twenty steps from the building when a large piece in the right corner standing upright collapsed even lifting a white cloud of dust covered the piles of stones and my own memory.
Released by the secrets of the building removed.
A strange inexplicable happiness ..... won something like unexpected ..... the moment I do not belong here anymore soliloquize!