Τρίτη, 13 Αυγούστου 2013

Η ΚΕΡΑΣΕΝΙΑ ΠΟΛΗ -ΔΙΗΓΗΜΑ -ΣΕ ΑΝΘΟΛΟΓΙΕΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ











Η  ΚΕΡΑΣΕΝΙΑ ΠΟΛΗ



Ένα λευκό σύννεφο ακουμπά σε μια στοίβα σπιτιών Ένα  σύννεφο που κρύβει μια πόλη. Ο ουρανός μόνος, περιμένει το σκοτάδι να μεγαλώσει να γίνει πελώριος δίχως τέλος.
Μια πόλη κρυμμένη σε ένα πέρασμα γης προς την Ανατολή.
Μια νύχτα κρατά πολλές βραδιές και οι μέρες ζουν μόνο σε πολύχρωμες λάμπες που ανάβουν όλες μαζί. Τότε η πόλη ενώνει όλους τους ανθρώπους, τους αφήνει σημάδια παντοτινά ,τους δίνει όνομα και χώρο . Οι μοναδικοί ήχοι οι ανθρώπινες φωνές που τρυπούν τα αυτιά μου. Ο χρόνος έχει σταματήσει.
Μια πόλη με ανατολίτικα μοναδικά αρχοντικά που  ξεχωρίζουν. Μια κουκλίστικη παλιά πόλη ,ένας μύθος, μια ιστορία χαμένη στα παλιά πέτρινα τείχη που την περικυκλώνουν .
Μια πόλη παραμυθένια, χαμένη στην ανατολή. Ένα μικρό διώροφο σπιτάκι ξεπροβάλλει στην άκρη ενός μικρού δρόμου. Το σπίτι των γονιών μου .
Το μυστικό της δικής μου πόλης, η ανάμνηση …η συμμετρία, η χαλάρωση. Το σπίτι μου ξύλινο με την έντονη μυρωδιά του κέδρου με αγκαλιάζει ακόμα. Πλησιάζω και μπαίνω μέσα .Το totami ένα μικρό στενόμακρο χαλάκι ,χρυσό θα νόμιζε κανείς ,ξεχωρίζει .Το μικρό λιτό μου παλατάκι .Κοιτάζω το ταβάνι και θυμάμαι τον παππού που το έφτιαχνε από άχυρο ρυζιού .Πάντα μου έλεγε ότι ποτέ κακιά βροχή η κακιά αχτίδα σε αυτό το σπίτι δεν θα μπει.
Μνήμες  του παρελθόντος με οδηγούν  στην γωνιά της πίστης στην tokonoma .  Ένας βούδας μικρός κάποια φρούτα και ένα ανθοδοχείο το κοσμεί.
Ένα (σακουρά) κλαδί ανθισμένης κερασιάς σε ένα πάπυρο με μια λέξη «mou» που σημάνει τίποτε και εκφράζει την ματαιότητα
Παλιά ανατολή .Ένα όνειρο είναι η ζωή μου, σε μια πόλη μαγείας 
Πάντα ο παππούς μου με κρατούσε από το χέρι και με οδηγούσε στα δένδρα  στον μεγάλο κήπο της πόλης μια εβδομάδα  μετά την ανθοφορία .
Κήπος  γεμάτος νούφαρα , κόκκινα λουλουδάκια, πανάκριβους λωτούς που πλέουν σε χιλιάδες λιμνούλες , μικροί γιαπωνέζικοι ναοί  και   χιλιάδες δένδρα  από πεύκα από κερασιές .Πλήθος κόσμος, και οι επισκέπτες πολλοί σε μια «Παρέλαση ανθοφορίας»
Όλα τα κλαδιά και ακόμα και ο κορμός των δένδρων σκεπασμένα με ολόλευκα η ελαφρώς ροδαλά άνθη.
Πίσω από το διώροφο σπιτάκι σε έναν μικρό δικό μου κήπο η δική μου ολάνθιστη κερασιά .
Πάντα μου μιλούσε σε όλες τις γλώσσες του κόσμου ,πάντα έβρισκε τον δρόμο προς την καρδιά. Γεννήθηκα μαζί της .Ένα μικρό γλυκό δενδράκι  που φύτεψε ο παππούς προς την Ανατολή και του έριξε τον Ήλιο στις ρίζες .Το φως ,απλώνεται ελαφρύ στα κλαριά, στους ανθούς, στους καρπούς ακόμα και σήμερα .
Με χαρά προσφέρει το μελιστάλαχτο καρπό. Πόσες φορές μου έλυνε τις απορίες όταν τα ματιά μου έπαιρναν το χρώμα της κερασιάς σε ένα ατελείωτο τοπίο. Τα πράσινα φύλλα και το ζεστό λευκό χρώμα με πλημμύριζαν .Τότε σιωπούσα..
Ήμουν το βλέμμα του Θεού που έπεσε στην γη και ρίζωσε σε αυτή την μικρή πόλη.
Ακόμα στις φλέβες μου κουβαλώ το θαύμα, τον παλμό του παππού μου που στέκεται δίπλα στην κερασιά και έγινα το καρδιοχτύπι του καιρού σε μια πόλη που σήμερα την κυκλώνει το κακό, μετά από τόσα χρόνια όλα γίνονται μέρα με την μέρα ,μια εσπέρα. Αλλάζει η πόλη ,αλλάζουν οι άνθρωποι αλλάζουν όλα με τα χρόνια Όμως η κερασένια μου πόλη ,η πόλη της γνώσης ακόμα καρτερικά με περιμένει.
Θυμάμαι ένα μικρό τραγουδάκι που μου ψιθύριζε στο αυτί, ο παππούς κάθε φορά που άνθιζε στη αυλή μας το μικρό –μικρό δενδράκι
«Χίλια οράματα
κερασιές κόρες
πανέμορφες, νύμφες
τις περιμένουμε πάντα
τον Απρίλη να ντυθούν
την γαμήλια φορεσιά τους»

Σήμερα ξύπνησα πολύ νωρίς. Καταχνιά και σκοτάδι. Κοιμάται η πόλη. Χρόνια τώρα έχει πάψει να γλυκοχαράζει
Όμως συμβαδίζει με τον Ήλιο  με την Σελήνη ακόμα. Ξένος περιπλανιέμαι στην πόλη που άλλαξε μορφή, άλλαξαν οι χυμοί της γης και εγώ ακόμα  ζητώ το μαγικό ραβδάκι για να αλλάξω  τούτη την κερασιά που ρίζωσε στους δρόμους μιας πόλης που δεν είναι πια ίδια.
Μα πώς να αντέξω τόσο σκοτάδι? Δίχως χρώματα ,και ομορφιά? Μήνες κρατά εδώ η παγωνιά. Την  αγκαλιάζω σαν  την μόνη   αγαπημένη ,την φιλώ γλυκά με την ψυχή ορθάνοιχτη, μοναδική αγκαλιά.
Ο άνεμος φυσά γλυκά και από τα κεράκια που κρατώ στα χέρια  συμβολικά από την γιορτή της αγάπης ξεχωρίζω αγάπες –ψυχές ευλογημένες περασμένες, άνθρωποι δικοί μου .Μόνο ένα έμεινε αναμμένο να με ζεσταίνει γλυκά. Τούτο το κερί με γυρνά στα παιδικά χρόνια  όταν με κρατούσε ο παππούς αγκαλιά. Μα πως μπορώ να ξεχάσω  τον τόπο που γεννήθηκα που πολέμησα που έζησα που αγάπησα, στην πόλη τούτη την μακρινή που ο απλός πόθος του κάθε  ανθρώπου απλώνει κλαριά μέσα στα σύννεφα μέσα στους Ήλιους….των καιρών.. και πάντα όταν κοιτούσα την κερασιά έλεγα ότι όλα θα γίνουν πιο καλά. Η κερασιά  μου αθάνατη σε μια άγνωστη πόλη πια.
Όλα τα αινίγματα μου χίλια  και θολά. Βγαίνω στους δρόμους της πόλης. Κοιτάζω γύρω μου .Όλα αλλιώτικα διαφορετικά. Με έκλεισαν ολόγυρα σ έναν αβάσταχτο πόνο.
Χίλια αινίγματα θέλω να μοιραστώ όταν θα ανθίσει πάλι   .Γύρω μου άσπρα κτίρια ψηλά πνίγουν την μικρή μου αυλή. Τσιμέντο παντού. Ένα πλήθος  είναι η πόλη μου πια που ψάχνει απεγνωσμένα κάτι να βρει.
Το (κάμι)πνεύμα του πάππου μου ,μου διαλύει τον πόνο. Ένα πνεύμα αρμονίας και καθαρότητας, ευγενικό, σεβαστό.
Έτσι θυμάμαι τον παππού που αγαπούσε τούτη την κερασιά .Πόσες φορές με έβαλε μπροστά στον καθρέπτη να κρατώ ένα κλαδάκι κερασιάς. Πάντα μου υποσχόταν την αλήθεια. Με έμαθε να απλώνω τον χρόνο σε όλες τις κατευθύνσεις ,με έμαθε να κάνω ευχές στο δένδρο αυτό. Ευχές που ο άνεμος θα τις μετέφερε μακριά.
Τα τζάμια του σπιτιού μου έχουν λάσπη…μοιάζουν με κομμάτια κολλημένα στο μυαλό ,στην σκέψη.
Κοιτάζω την γέρικη κερασιά ……………….Άγνωστα πρόσωπα που διαβαίνουν τον δρομάκι την κοιτούν.
Οι πρώτες σκέψεις μου το χθες ζυγώνουν μα γρήγορα απομακρύνονται, το σήμερα έχει σημάνει και με πονά.
Χιλιάδες αποτυπώματα, κρυφά μου αποκαλύπτουν το αίνιγμα. Ακουμπώ τον κορμό και αόρατες φτερούγες με σηκώνουν ψηλά. Το έδαφος φουσκώνει, υπόγεια ρεύματα θεριεύουν, στις ρίζες του έχω μπλεχθεί.

Μια λέξη γραμμένη στο κορμό αιώνια παντοτινή δεν με αφήνει την καινούργια πόλη να δω ,μια λέξη κοκορό (καρδιά)