Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2013

ΔΙΗΓΗΜΑ -ΜΕ ΓΥΜΝΑ ΧΕΡΙΑ -ΤΡΙΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ


Louis Marie Lemaire



2012-3   τρίτο βραβείο διηγήματος 
Π Ο Λ Ι Τ Ι Σ Τ Ι Κ Η  Σ Υ Ν Ε Ρ Γ Α Σ Ι Α - Ν Ε Α  Α Ρ Ι Α Δ Ν Η
ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΥ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ 2012-3
“Σ υ ν τ ρ ο φ ι κό τ ητα” 

Την Κυριακή, 23 Ιουνίου 2013, στον Κήπο του ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ στην Αθή-
να και σε ατμόσαφαιρα εορταστική, ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα του ΔΙΑΓΩ-
ΝΙΣΜΟΥ «ΣΥΝΤΡΟΦΙΚΟΤΗΤΑ» και έγινε η απονομή των βραβείων.

ΙΙ. ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ
Α΄ Βραβείο: Μαίρη Υπερείδου-Χατζή (Καναδάς)
για το διήγημα «Η ΜΑΙΡΗ ΠΟΥ ΤΑΪΖΕΙ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ» (41)
Β΄ Βραβείο: Αθανάσιος Πανέλας (Θεσσαλονίκη)
για το διήγημα «Η ΣΥΝΤΡΟΦΙΚΟΤΗΤΑ» (80)

Γ΄ Βραβείο: Ροδαμάνθη Θεοδωρακάτου (Αργοστόλι)
για το διήγημα «ΜΕΤΑ ΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ) (74)
Ευτυχία Καπαρδέλη (Πάτρα)
για το διήγημα «ΜΕ ΓΥΜΝΑ ΧΕΡΙΑ» (31)






http://pegasiworldalbania.com/2013/01/29/with-bare-hands/
http://agron-shelewps.webs.com/portreteautoresh.htm   ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 


ΜΕ ΓΥΜΝΑ ΧΕΡΙΑ



Ήταν ένα γλυκό ανοιξιάτικο απομεσήμερο Την προηγούμενη μέρα έβρεχε ασταμάτητα από το πρωί μέχρι το βράδυ και η πλατεία ήταν έρημη και μελαγχολική. 


Την νύχτα ο καιρός άλλαξε και ο Ήλιος το πρωί ξεπρόβαλε ζεστός.
Κυριακή τον είδα για πρώτη φορά στην πλατεία της γειτονιάς. Ένας νεαρός γύρω στα 26 αδύνατος με ένα βλέμμα λίγο χαμένο. Τα ρούχα του φτωχά αλλά καθαρά. Καθόταν μόνος και περίμενε 
ποιος ξέρει ποιον,ποιος ξέρει τι.
 Κάθε Κυριακή τον έβλεπα την ίδια ώρα να κάθεται στο παγκάκι 
της πλατείας. Άστεγος σκέφτηκα. 





Κυριακή και περνώ μπροστά του. Δεν με κοιτά και τότε κάθομαι δίπλα του αφού το παγκάκι είναι άδειο. Με κοιτάζει και προσπαθεί να μου χαμογελάσει.

Το πρόσωπο του πανέμορφο, αλλά χλωμό. Με επιμονή και απορία του χαμογελώ και εγώ...
Του προσφέρω λίγο κέικ που έχω στην τσάντα μου. Το παίρνει με χέρια που τρέμουν Ψίχουλα πέφτουν στο έδαφος και τα περιστέρια, κάτοικοι της πλατείας και αυτά, τα διεκδικούν φτεροκοπώντας. 
Ανεβαίνουν στα πόδια μου στα χέρια μου και αυθόρμητα γελώ και προσπαθώ να τα διώξω. Μια περίεργη έλξη μας ενώνει και ο διάλογος μεταξύ μας αρχίζει
Μαθαίνω ότι τον λένε Ματθαίο και είναι το δεύτερο παιδί της μητέρας του που είναι άρρωστη.
Ο πατέρας του έχει πεθάνει και πριν ένα χρόνο ο αδελφός του έφυγε για το εξωτερικό ζητώντας καλύτερη τύχη αφού στην Ελλάδα δεν υπήρχε δουλειά πια, έφυγε για μια καλύτερη τύχη και ο Ματθαίος έμεινε εδώ προστάτης και φρουρός στην μητέρα του.
Με την τρυφερότητα της ηλικίας του βγάζει από την τσέπη του σακακιού του μια φωτογραφία. 
Μου δείχνει την μητέρα του. Μια ωραία γυναίκα γύρω στα πενήντα. 
Άνοια μου είπαν οι γιατροί μου λέει. Άνοια... έχει κενά ξεχνά τις ώρες, τις ημέρες κάθε μέρα χάνει την αίσθηση, χάνει τις αναμνήσεις. Πάντα μου λέει ότι με αγαπά αλλά δεν με γνωρίζει πια. Ο γιατρός μου έλεγε ότι δεν υπάρχει θεραπεία και απαιτείται φροντίδα όλο το εικοσιτετράωρο. Σταματά λίγο και συνεχίζει... είναι 5 χρόνια τώρα. Χθες της κρατούσα το χέρι και με κοίταζε με μάτια απλανή. Χθες με είχε αγκαλιάσει για μια στιγμή και μετά ξαφνικά χάθηκε. 
Χωρίς πρόσωπο γυρνώ... χωρίς πρόσωπο μου σιγοψιθυρίζει βουρκωμένος Ξυπνώ και κοιμάμαι... 
Την σκέφτομαι την φροντίζω. Τι άλλο να κάνω;
Και η ζωή μου άλλαξε η ζωή μου αλλάζει... μα δεν με νοιάζει... Αλήθεια πόσο με πληγώνει που δεν με θυμάται πια....
Δίπλα του ένα βιβλίο μισάνοιχτο μαζί με το στυλό του... ...Στο κάτω μέρος στο εξώφυλλο διαβάζω τον συγγραφέα Γκάμπριελ Γκαρσία Μάρκες. Μου το δίνει και μου λέει να διαβάσω τούτες τις σειρές που έχει σημειώσει με κόκκινο στυλό.





«Αν ήξερα ότι σήμερα θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ’ έβλεπα να κοιμάσαι, θα σ’ αγκάλιαζα σφιχτά και θα προσευχόμουν στον Κύριο για να μπορέσω να γίνω ο φύλακας της ψυχής σου. 

Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ’ έβλεπα να βγαίνεις από την πόρτα, θα σ’ αγκάλιαζα και θα σου ’δινα ένα φιλί και θα σε φώναζα ξανά για να σου δώσω κι άλλα.
Θα πότιζα με τα δάκρυα μου τα τριαντάφυλλα, για να νιώσω τον πόνο από τα αγκάθια τους και το κοκκινωπό φιλί των πετάλων τους... ». 
Καθώς διαβάζω αυτά τα υπέροχα λόγια συνεχίζει να μου μιλάει... ...
Τόσες φορές επισκέφθηκα τους γιατρούς και δεν έχουν να μου πουν τίποτε Μόνο... φάρμακα και αυτά είναι τόσο ακριβά σε μια Ελλάδα που όλα διαλύονται όλα σκορπίζουν... 
Σπούδασα Δημοσιογραφία και προσπαθώ να γράφω τα δικά μου άρθρα να κερδίσω λίγα. χρήματα μα και αυτά δεν φθάνουν. Πριν λίγες μέρες με έδιωξαν από την εφημερίδα που εργαζόμουν. 
Δεν μπορούν να ανεχθούν την απουσία μου τις ώρες που προσέχω την μητέρα μου Το τελευταίο μου άρθρο είναι στην εφημερίδα «ΛΟΓΟΣ» με τίτλο στα λατινικά “non sibi” που σημαίνει... όχι μόνο για τον εαυτό σου πριν δυο μέρες. Ίσως καταφέρω να σου φέρω την εφημερίδα να το διαβάσεις. 
Του δίνω άλλο ένα κομμάτι κέικ αλλά το διπλώνει με προσοχή σε ένα χαρτομάντιλο που στα χέρια του κρατά. Με ευχαριστεί και μου λέει ότι αυτό είναι δώρο για την μητέρα. 
Γυρίζει λίγο προς το μέρος μου... ... ... μια στιγμή αγάπης, μια στιγμή αγάπης μου λείπει μου ψιθυρίζει φιλικά, μια στιγμή αγάπης για να μπορέσω να κοιμηθώ ήσυχα κοντά της. Πώς να αγκαλιάσω τούτον τον ζεστό ήλιο της Κυριακής με γυμνά χέρια!!!!
Μα τώρα πρέπει να φύγω, φοβάμαι μην την χάσω μην φύγει από το σπίτι Ξέρεις δεν κλειδώνω ποτέ την πόρτα, δεν θα το έκανα ποτέ αυτό δεν θέλω να βασανίζω τους ανθρώπους γύρω μου. 
Και όλοι οι άνθρωποι είναι τόσο αδιάφοροι γύρω μου. 
Σας ευχαριστώ πολύ που το συζητήσαμε. Όλα είναι ακριβά όπως και τα φάρμακα που χρειάζεται η μητέρα μου και εγώ βρίσκομαι σε οικονομικό αδιέξοδο.... όμως σε αυτούς που μας ανάθρεψαν πρέπει να προσφέρουμε την καρδιά μας. Λόγια σοφά από έναν τόσο νέο άνθρωπο σκέφτομαι... ... 
.... 
Τον χαιρέτησα και του υποσχέθηκα να τον βοηθήσω. 
Ο αγώνας στην καθημερινή ζωή μας δεν γίνεται μόνο με λόγια αλλά με πράξεις αλληλεγγύης και ανθρωπιάς Όχι οίκτο, όχι φιλανθρωπία αλλά με σεβασμό με καλοσύνη με ανιδιοτέλεια με κατανόηση με ισοτιμία σε αυτό το παλικάρι που δίνει μόνος την δική του μάχη. 
Τον έβλεπα να απομακρύνεται και αισθάνθηκα ότι έχω ένα μερίδιο ευθύνης για όλα αυτά. Η δουλειά μου και τα οικονομικά μου δεν ήταν σπουδαία ίσως ήμουν και τυχερή αφού η επιχείρηση τροφίμων που δούλευα ήταν του παππού μου και παρ’ όλες τις αντιξοότητες της εποχής φαινόταν να αντέχει για πολλά χρόνια ακόμη. 
Υποσχέθηκα να τον βοηθήσω και θα το κάνω. 
Σε μια Ελλάδα που όλα βουλιάζουν ας παραμείνουμε άνθρωποι ας μείνουμε σε μια σχέση ειλικρίνειας και εμπιστοσύνης σε ανθρώπους που πραγματικά μας χρειάζονται, σε ανθρώπους που 
στις μέρες μας ακόμα, κάνουν θυσίες κάνουν πράξεις αφοσίωσης και βαθιάς αγάπης





Αποφάσισα να γυρίσω στο σπίτι. Μπαίνοντας στο δωμάτιο μου δεξιά πάνω στο κομοδίνο σε ένα μικρό κάδρο που μου είχε χαρίσει μια καλή μου φίλη διαβάζω τα λόγια του Απ. Παύλου «Η αγάπη ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία. Πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει».

Την άλλη μέρα το πρωί επικοινώνησα με την Κοινωνική Πρόνοια προσπαθώντας να βοηθήσω τον άγνωστο φίλο. Τους εξήγησα με λίγα λόγια την κατάσταση του φίλου μου και με παρέπεμψαν σε 
άλλες υπηρεσίες και σε ανθρώπους που μπορούν να βοηθήσουν άμεσα. Μια αμυδρή ελπίδα μου ζέστανε για λίγο την καρδιά για τον Ματθαίο. 
Ο αγώνας είναι προσωπικός για τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά αλλά όταν γνωρίζουμε τον πόνο γινόμαστε πιο δυνατοί.
Ήξερα ότι θα τον εύρισκα στο ίδιο παγκάκι την ίδια ώρα την «Δευτέρα».

Ήμουν σίγουρη ότι δεν θα ξεχνούσε το ραντεβού μας.